Police-Voice blog ➤
Στην ΕΛ.ΑΣ για ένα μέρος του προσωπικού η υπηρεσία στο Σώμα δεν είναι αρκετή πλέον, ως επαγγελματική προοπτική ούτε, όμως, μπορεί να προσφέρει τις οικονομικές βάσεις για να μπορέσει ένας νέος άνθρωπος να ξεκινήσει τη ζωή του.
Μαρτυρίες και παρεμβάσεις συνδικαλιστικών φορέων της ΕΛ.ΑΣ. καταγράφουν μια εικόνα φθοράς, όπου άλλοι αναζητούν διέξοδο εκτός Σώματος και άλλοι παραμένουν, αλλά αναγκάζονται να συμπληρώνουν το εισόδημά τους με παράλληλη απασχόληση.
Η πίεση που δέχεται η ΕΛ.ΑΣ. αποτυπώνεται και με αριθμητικά δεδομένα. Μέσα στο 2025 καταγράφηκαν δεκάδες αποχωρήσεις αξιωματικών, είτε με δική τους πρωτοβουλία είτε λόγω αποστρατειών, ορίων ηλικίας ή προβλημάτων υγείας, ενώ ήδη από τους πρώτους μήνες του 2026 είχαν αρχίσει να εμφανίζονται νέες παραιτήσεις στελεχών που αναζητούν καλύτερες επαγγελματικές και οικονομικές προοπτικές εκτός Σώματος.
Αυτό όμως που χτύπησε «καμπανάκι» στην ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας και προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία είναι η τάση κυρίως αξιωματικών του Σώματος να αιτούνται μακροχρόνιων αδειών άνευ αποδοχών, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απομακρυνθούν για μεγάλα χρονικά διαστήματα από τα καθήκοντά τους και να εργάζονται αλλού με σαφώς καλύτερες απολαβές.
Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζονται πλέον πιο αυστηρά και οι εκπαιδευτικές άδειες, κυρίως όταν αφορούν σπουδές που δεν συνδέονται άμεσα με τις ανάγκες της υπηρεσίας.
«Κύμα» αποχωρήσεων στην ΕΛ.ΑΣ
Ξεχωριστό πονοκέφαλο αποτέλεσε και η υπόθεση 37 αξιωματικών αστυνομικών που επιχείρησαν να μετακινηθούν στη Frontex για πολυετή θητεία, με την προοπτική μισθολογικών απολαβών πολλαπλάσιων εκείνων που λαμβάνουν στην Ελλάδα, αλλά και το «χτίσιμο βιογραφικού» που θα είναι χρήσιμο όταν έρθει η ώρα της αποστρατείας.
Η ΕΛ.ΑΣ. επιχείρησε να ανακόψει αυτό το κύμα εγκρίνοντας, τελικώς, μόνο άδειες άνευ αποδοχών, που δεν θα ξεπερνούν το ένα έτος αντί για πενταετή διάρκεια, με την υπόθεση να φτάνει μέχρι και τα δικαστήρια.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, στο εσωτερικό του Σώματος της Ελληνικής Αστυνομίας τίθεται ευρέως το θέμα για το πόσο αντέχει και πόσο επαρκής είναι, πλέον, η αστυνόμευση της χώρας όταν εκατοντάδες αξιωματικοί λείπουν ήδη από τις οργανικές τους θέσεις.
Το στοιχείο των αποχωρήσεων είναι ιδιαιτέρως κρίσιμο, διότι αγγίζει τη συνολική επιχειρησιακή ικανότητα της Αστυνομίας.
Η απόσυρση από την ενεργό υπηρεσία στελεχών, και δη έμπειρων, δημιουργεί αλυσιδωτές αντιδράσεις, καθώς δημιουργούνται εκτός από υπηρεσιακά κενά, και επιπλέον επιβάρυνση στους εναπομείναντες αστυνομικούς, χάνονται στελέχη που προσέφεραν εμπειρική γνώση, διοικητική επάρκεια και δοκιμασμένους επιχειρησιακούς τρόπους αντιμετώπισης καταστάσεων.
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο όταν αυτές οι καταστάσεις συμπίπτουν με την ήδη υπάρχουσα υποστελέχωση σε τμήματα και υπηρεσίες τόσο της περιφέρειας όσο και μεγάλων αστικών κέντρων.
Τότε η κάθε αποχώρηση αυξάνει σχεδόν αμέσως την πίεση και τον εργασιακό φόρτο σε όσους απομένουν.
Το θέμα αντανακλά μια δύσκολη πραγματικότητα, στην οποία ένα τμήμα του προσωπικού εκτιμά ότι οι όροι παραμονής στο Σώμα δεν είναι πλέον επαρκείς για το σύγχρονο τρόπο ζωής και τις καθημερινές απαιτήσεις.
Και αυτό συμβαίνει σε ένα Σώμα που παραδοσιακά στηριζόταν στην έννοια της σταθερής καριέρας και της θεσμικής ασφάλειας.
Αυτή η μετατόπιση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, δείχνοντας κλονισμό της εμπιστοσύνης στο επαγγελματικό μέλλον εντός της υπηρεσίας.
Δεύτερη δουλειά
Παραλλήλως, για όσους δεν αποχωρούν η δεύτερη δουλειά εμφανίζεται όλο και συχνότερα ως μία αναγκαστική λύση.
Το θέμα για χρόνια αντιμετωπιζόταν ως κοινό μυστικό. Σήμερα, όμως, δεν είναι.
Καταγραφές και μαρτυρίες περιγράφουν αστυνομικούς που εργάζονται σε οικοδομές, μεταφορές, διανομή, ιδιωτική φύλαξη ή άλλες περιστασιακές εργασίες, προκειμένου να συμπληρώσουν το μηνιαίο εισόδημά τους.
Αστυνομικοί, δηλαδή, που αντί να αναπαύονται εκτός υπηρεσίας, συνεχίζουν να εργάζονται κάπου αλλού, για να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις βασικές τους υποχρεώσεις.
Εδώ δε θα πρέπει να ξεχαστεί ο θάνατος του 31χρονου αστυνομικού Αγαθάγγελου Παπαδόπουλου, ειδικού φρουρού της ομάδας ΔΙ.ΑΣ., ο οποίος σκοτώθηκε τον Απρίλιο του 2024 στον Πειραιά, όταν κατέρρευσε κτίριο όπου εργαζόταν σε οικοδομικές εργασίες για να μπορέσει να συμπληρώσει το εισόδημά του.
Οι καταγραφές τότε, μετά το τραγικό περιστατικό, έλαβαν τη μορφή χιονοστιβάδας.
Πηγές της Ελληνικής Αστυνομίας ανέφεραν, τότε, πως σχεδόν οι μισοί αστυνομικοί που υπηρετούν εντός της Αττικής και υπολογίζονται σε 28.000 κάνουν δεύτερη δουλειά, ενώ κάποιοι αναγκάζονται να κάνουν και τρίτη για να βγάλουν τα προς το ζην.
Οι εργασίες που επιλέγουν οι περισσότεροι αστυνομικοί, αλλά και στρατιωτικοί και άλλοι ένστολοι, και πολλές φορές υψηλόβαθμοι, όταν αναζητούν ένα πρόσθετο εισόδημα είναι συνήθως εκείνες που προσφέρουν άμεσο μεροκάματο και δεν απαιτούν μακρά δέσμευση, όπως οι διανομές, οι οικοδομικές εργασίες, οι μεταφορές, μετακομίσεις, φύλαξη και κάθε είδους περιστασιακή απασχόληση.
Πρόκειται κυρίως για δουλειές σωματικές, απαιτητικές και συχνά εξαντλητικές, τις οποίες αναλαμβάνουν στις ημέρες ή στις ώρες που δεν έχουν υπηρεσία, προκειμένου να ενισχύσουν το εισόδημά τους.
Όπως επισημαίνουν άνθρωποι που γνωρίζουν εκ των έσω την κατάσταση, για πολλούς ένστολους αυτή η επιλογή δεν έχει χαρακτήρα συμπληρωματικού εισοδήματος και επιπλέον ανέσεων, αλλά καθαρή λύση ανάγκης προς επιβίωση.
Επιπτώσεις
Αυτό όμως έχει άμεση επίπτωση στην αποτελεσματικότητα. Ο αστυνομικός χρειάζεται διαρκή ετοιμότητα, καθαρή κρίση, ψυχραιμία, σωματική αντοχή και ικανότητα άμεσης αντίδρασης σε συνθήκες έντασης.
Όταν σε ένα ήδη βαρύ, κυλιόμενο και συχνά απρόβλεπτο ωράριο προστίθεται και δεύτερη εργασία, η φθορά μπορεί να μετατραπεί ακόμη και σε υπηρεσιακό και όχι μόνο, κίνδυνο.
Η κόπωση μειώνει την προσοχή, επιβαρύνει την ταχύτητα αντίδρασης, αυξάνει την πιθανότητα λανθασμένης εκτίμησης και φθείρει τη συνολική επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Σε επάγγελμα που περιλαμβάνει οπλοφορία, καταδιώξεις, επαφή με βίαια περιστατικά και λήψη αποφάσεων σε δευτερόλεπτα, η μείωση της αντοχής και της διαύγειας είναι ένας σημαντικός παράγοντας ασφάλειας για τον ίδιο τον αστυνομικό, για τους συναδέλφους του και για τους πολίτες.
Υπάρχει και μία ακόμη πλευρά, πιο θεσμική και πιο επικίνδυνη. Όταν ένας αστυνομικός εξαρτάται οικονομικώς από παράλληλη απασχόληση εκτός υπηρεσίας, ιδίως σε πεδία που μπορεί να δημιουργούν σχέσεις εξάρτησης με ιδιώτες, τα όρια ανάμεσα στη δημόσια αποστολή και στο ιδιωτικό συμφέρον μοιάζουν ορισμένες φορές δυσδιάκριτα.
Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως παρανομία ή διαφθορά, αλλά σίγουρα αυξάνει την τρωτότητα του συστήματος.
Ένας εξουθενωμένος και οικονομικά πιεσμένος ένστολος είναι πιο ευάλωτος σε πιέσεις, σε εξυπηρετήσεις, σε ανοχές και σε επαγγελματικές επιλογές που δεν θα έκανε υπό ομαλότερες συνθήκες.
Ακόμη και όταν δεν προκύπτει πειθαρχικό παράπτωμα, διαβρώνεται η ίδια η αίσθηση της αποκλειστικής αφοσίωσης στην υπηρεσία.
Πηγή: vradini.gr https://lawandorder.gr
Πηγή ➤
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου